Γιατί αγαπάμε μόνο ό,τι μας μιλάει την αλήθεια
Home » »

Written By katinios on Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014 | 9:24 π.μ.

Ήταν κάποτε, θυμάμαι, το σπίτι μου ήσυχο. Λίγη μόνο φασαρία ερχόταν και αυτή από τα έξω του κήπου. Προβλήματα με τους γείτονες δεν είχαμε ποτέ. Ήταν η μικρή περιφραγμένη φύση που ονόμαζα σπίτι, και η ησυχία ο καρπός της. Αλλίμονο, η αλλαγή αλλάζει το “κάποτε' χωρίς καν να ρωτήσει… Φύτρωναν εκεί στην άκρη του κήπου. Μόνο στην άκρη για αρχή, μετά άρχισαν να εξαπλώνονται. Λέγαμε πως ήτανε μανιτάρια, ακόμα και όταν το σχήμα ή το μέγεθος άρχισαν να μην ταιριάζει. Οι υποψίες μας γεννήθηκαν μόλις βγήκαν οι πρώτες τρίχες. Ύστερα πύκνωσαν σχηματίζοντας περίεργες κομμώσεις. Σταυρωτές, κοτσίδες, αλογοουρές, σύνθετες κουπ και περίεργα χτενίσματα. Ήταν κεφάλια. Πρώτα στην άκρη του κήπου και ύστερα άρχισαν να εξαπλώνονται. Κεφάλια με μάτια κλειστά, να κοιμούνται με μια κλήση ελαφριά, να ανασαίνουν την ησυχία του κήπου μας. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν κλαδιά. Δέντρα που φυτρώνουν από πάνω προς τα κάτω για να κερδίσουνε χρόνο. Δεν άργησε η μέρα που φύτρωσαν τα πρώτα δάχτυλα και μπορούσες εύκολα να ξεχωρίσεις: αγκώνας, καρπός, παλάμη. Ήτανε χέρια. Αυτά στην άλλη γωνία του κήπου, απέναντι από το σημείο που ξεκίνησαν τα κεφάλια. Ήταν δύσκολο το πρωινό που όλα γίναν ξεκάθαρα. Μέσα στο σιωπηλό ξημέρωμα, τα πλησιάσαμε μουδιασμένοι. Τα κεφάλια άνοιξαν απότομα τα μάτια τους, όλα ταυτόχρονα. Άρχισαν να φωνάζουν, να τσιρίζουν, να βλαστημούν και να σφυρίζουν. Τα χέρια άρχισαν να χειρονομούν, να χειροκροτούν για να επευφημήσουν ή να ειρωνευτούν, να κλέβουν πορτοφόλια, να πετούν πέτρες στα πουλιά. Και ήταν ακατανόητος ο νόμος τους όταν χειρονομούσαν… Μαζί με τα κεφάλια έπλεκαν φασαρία και σύγχυση. Και η φασαρία συνέχισε για μέρες. Η κατάσταση δεν ήταν βιώσιμη, κάτι έπρεπε να κάνω… με καταλαβαίνετε. Άρχισα να κόβω τα κεφάλια, να κλαδεύω τα χέρια. Ξεκίνησαν τα ουρλιαχτά, οι απειλές, οι υψωμένες γροθιές που υπόσχονταν εκδίκηση. Απίστευτος σαματάς. Ένα κεφάλι μού είπε ένα μοιρολόι για να το λυπηθώ. Κάποια χασμουριόνταν γεμάτα αγωνία. Ένα έκλαψε τόσο πολύ που γέμισε την λακκούβα του με δάκρυα και πνίγηκε. Μα o αριθμός τους ξεπερνούσε τις δυνάμεις μου. Μάζεψα τα παιδιά της γειτονιάς. Τους είπα πως όποιος μαζέψει τα περισσότερα κεφάλια θα κερδίσει ένα μπρελόκ, όποιος μαζέψει τα περισσότερα χέρια ένα λούτρινο λαγό. Στην αρχή έμοιαζε εύκολο, μέχρι να αρχίσουν οι δαγκωνιές και τα χαστούκια. Τα μελανιασμένα παιδιά έχουν θυμωμένους γονείς και εκείνοι δείχνουν εμένα. Η περίεργη χλωρίδα έμεινε. Ζητά τις μέρες και τις νύχτες μας. Την ησυχία και τη ροή των πραγμάτων μας. Μια μέρα δέχτηκα μια επίσκεψη. Δεν συνηθίζω να δέχομαι επισκέψεις. Τις βρίσκω εκνευριστικές και καταχρηστικές. Η συγκεκριμένη ήταν και από τα δύο. Ένας αντιπρόσωπος από την πόλη. Είχε ακούσει για την περίεργη σοδειά μου. Είχε έρθει να πουλήσει. Καπέλα και γάντια. Βρήκα ηλίθια την πρόταση. —Φύγετε, κύριε, του είπα, απλώς φύγετε. Μου έριξε ένα χαστούκι και έφυγε. Συνέχισα να κόβω κεφάλια και να κόβω κεφάλια και να κλαδεύω χέρια. Το αίμα έκανε το χορτάρι να φυτρώνει κόκκινο και η όψη του μου μάτωσε την καρδιά. Άρχισα να στεναχωριέμαι… Οι άνθρωποι που μαζεύονταν στην άκρη του κήπου για να δουν το θέαμα το παρατήρησαν. Παρατήρησαν πως είχα κουραστεί. Παρατήρησαν πως είχα γεράσει. Έπρεπε να είμαι 42. Μα από τότε που άρχισε αυτή η κατάσταση πολλά είχανε αλλάξει. Πριν από ένα μήνα κοντά έσβησα 63 κεράκια. Τα κεφάλια (και τα χέρια επίσης) έχουνε θεριέψει. Απέκτησαν αλαζονικότητα, μια αίσθηση υπεροχής απέναντι στις αργές μου κινήσεις, απέναντι στη μακρόσυρτη σφαγή μου. Τρώνε το γρασίδι, βγάζουν κραυγές στη μαύρη νύχτα, ξυπνούνε τους κόκορες, αυτοί μπερδεύονται, κακαρίζουν σε λάθος ώρες και ξυπνούνε εμένα. Τη μέρα τα άθλια στόματά τους τραγουδάνε απαίσια άσματα της εποχής και δεν με αφήνουν ούτε να αναπνεύσω από τα νεύρα. Τότε βγαίνω και κόβω κεφάλια. Προσπάθησα να βρω μια λύση λιγότερο βίαιη. Να πείσω τα χέρια να κλείσουν τα στόματα των κεφαλιών. Τουλάχιστον τη νύχτα. Τους υποσχέθηκα μανικιούρ και όργανα γυμναστικής να δυναμώσουν. Αυτά όχι μόνο δεν συμφώνησαν, αλλά άρχισαν να μου πετούνε πέτρες –τι αιώνας χεριών!. Άρχισα να ερημώνομαι. Ξέπνοος, καμιά φορά κάθομαι σε κάποια πέτρα –διαλεγμένη με προσοχή, ώστε να βεβαιωθώ πως δεν είναι κεφάλι. Τότε αρχίζω να τους μιλώ με εξάντληση και παράπονο, να ακούω την άποψή τους. Στην αρχή περιορίστηκαν στο να με φτύνουν και στο να μου βγάζουν τη γλώσσα. Στη συνέχεια απλώς με ειρωνεύονταν, αλλά τελικά καταφέραμε να μιλήσουμε. Δεν έλεγαν παράλογα πράγματα, οι απόψεις τους ήταν κατά βάση συντηρητικές –όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους με τόσο βαθιές ρίζες–, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν ακραίες. Ελαφρώς βαρετά και κοινότοπα κεφάλια. Ξανθά, μελαχρινά, μερικά καραφλά άλλα με το μαλλί δανεικό, επί το πλείστον ωοειδή. Τελικά συμφιλιωθήκαμε. Η γυναίκα μου χτενίζει τα κεφάλια. Τα περιποιείται, τα λούζει, καθαρίζει τα αυτιά τους, πλένει τα δόντια τους. Βλέπετε δεν είχαμε ποτέ παιδιά, γεγονός που μέχρι σήμερα έβλαπτε τη σχέση μας. Αλλά τώρα όλα πάνε καλά. Πού και πού μόνο, κόβω κανένα, έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά. Η γυναίκα μου τότε με επιπλήττει χαριτωμένα και τα υπόλοιπα κεφάλια γελούν φιλικά. Έτσι τελειώνει η ιστορία αυτή, με μια οικογένεια ευτυχισμένη και έναν κήπο όλο χαμόγελα. (Α ναι, και για να μην το ξεχάσω, τα χέρια ξεράθηκαν.)
Share this article :

0 Μας δωσαν το χρονο τους :

Speak up your mind

Tell us what you're thinking... !

(ωχ!)

>IRAKLIO WEB RADIO

Tι μας λετε!!!

Στη Πρωτη Γραμμη

 
Support : Κανένας | Σχεδιαστής Θέματος | Johny Template
Φωτεινό, διαυγές, με χρυσαφένιο χρώμα, άρωμα απαλό, μελένιο και φρουτώδες, αφήνει γλυκιά γεύση στον ουρανίσκο.
Από πότε? Από τις 3|Ιουνίου|2009. ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΣΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ 19 - Χωρίς δικαιώματα και με καμμία επιφύλαξη
ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΣΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ 19